Ιδιαζόντως

πραγματικά.

Να σαρώσει απ’ τον αιώνα Την γενιά του δράκοντα

~Πυρρίχιος ~

(Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
Πρώτη εκτέλεση: Νανά Μούσχουρη)


Μάνα μάνα καλομάνα
Σήκω χτύπα την καμπάνα
Γιατί πάλι στη Βλαχέρνα
Στράγγιξε του κόσμου η στέρνα
Και δεν ήρθε ακόμα εκείνος
Της ελευθεριάς ο κρίνος
Να τσακίσει με την φτέρνα
Τα φτερά του δράκοντα

Τρέμουν Βογιάροι βρε
Κι Οθωμανοί
Το παλικάρι βρε
Τον Διγενή

Μάνα μάνα πικρομάνα
Στην Γραβιά στην Αλαμάνα
Το τραγούδι μου το είπα
Χτύπα την καμπάνα χτύπα
Ώσπου να’ρθει πάλι κάποιος
Τώρα πού ν’ ο κόσμος σάπιος
Για να λιώσει μες στην τρύπα
Την καρδιά του δράκοντα

Τρέμουν Μαγιάροι βρε
Κι Αλαμανοί
Το παλικάρι  βρε
Τον Διγενή

Μάνα μάνα μαυρομάνα
Βάλε το νερό στη γράνα
Για ν’ αρχίσει τον αγώνα
Με κοντάρι και σφεντόνα
Κι όταν ο καιρός γυρίσει
Κατά του Θεού την κρίση
Να σαρώσει απ’ τον αιώνα
Την γενιά του δράκοντα

Τρέμουν Χαζάροι βρε
Κι Αγαρηνοί
Το παλικάρι  βρε
Τον Διγ
ενή

*

(Εξαιρετικά αφιερωμένο στον φίλο μου τον ΕργΔημΕργ)

Advertisements

Παρασκευή, 20 Αύγουστος , 2010 Posted by | Eλλάς, πολιτική, τέχνες, γεωπολιτική, εθνικά, ιστορικά, μεταφυσική | , , | 5 Σχόλια

Italo Calvino

calvino.jpg

«H φαντασία είναι σαν τη μαρμελάδα, χρειάζεται να την αλείψουμε πάνω σε μια στέρεη φέτα ψωμιού. Διαφορετικά, αν η βάση είναι η φαντασία, παραμένουν όλα ένα άμορφο πράγμα, σαν μαρμελάδα, πάνω στην οποία τίποτα δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Πριν από μερικά χρόνια έλεγαν « H φαντασία στην εξουσία » και ήταν ένα ωραίο σύνθημα, όμως στο βάθος το σημαντικό είναι ακριβώς το αντίθετο. Eίναι η φαντασία να μην πάρει ποτέ την εξουσία, να μη γίνει σύνθημα και πρόγραμμα, να μην επισημοποιηθεί ποτέ, να μη γίνει υποχρεωτική. Xρειάζεται η φαντασία να έχει κάτι με το οποίο να συγκρούεται, ώστε να μη χάνει τη δύναμή της. Σε έναν κόσμο από στέρεα πράγματα, που προχωράει προς τα εμπρός, έστω με τρόπο λίγο περιορισμένο, λίγο σφιχτό, μπορείς πάντοτε να σηκώνεις τις χρωματιστές σημαιούλες, να κρεμάς φτερά, φτερούγες πεταλούδας. Aντίθετα, αν όλα είναι φτερά και φτερούγες πεταλούδας, δεν έχεις πλέον κανένα μέρος όπου να μπορείς να κρεμάσεις τη φαντασία σου, τη δημιουργικότητά σου, δεν μπορείς να τη στερεώσεις, όλα γίνονται ομοιόμορφα και ο κόσμος γίνεται περισσότερο γκρίζος.»

Italo Calvino

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου , 2008 Posted by | πολιτική, φιλοσοφία, λογοτεχνία | , , , | 1 σχόλιο

Θάλασσες

1199509035.jpg

Το ψάρι είπε στο άλλο ψάρι:

«Πάνω από τούτη τη θάλασσα είναι μια άλλη, με πλάσματα που κολυμπούν εκεί και ζουν εκεί, όπως εμείς ζούμε εδώ».

Το ψάρι απάντησε:

«Τι τρέλα! Αφού ξέρεις πως καθένας που βγαίνει από τη θάλασσά μας, ας είναι και για τόσο δα, πεθαίνει. Ποιος σου είπε για άλλες ζωές σε άλλες θάλασσες»;

Χαλίλ Γκιμπράν, Ο Προφήτης

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου , 2008 Posted by | φιλοσοφία, λογοτεχνία, μεταφυσική | , , , , , | Σχολιάστε

Σείκιλος-Ευτέρ[πη]

seikilos3small.jpg

«Οσον ζής φαίνου,

Μηδέν όλως σύ λυπού

Προς ολίγον εστί το ζήν

Το τέλος ο χρόνος απαιτεί».

(«Όσο ζεις, να λάμπεις
Μη λυπάσαι καθόλου
Η ζωή είναι σύντομη
Ο χρόνος οδηγεί στο τέλος»)

seikilos_score.png

Η αρχαιότερη, ολοκληρωμένη μουσική σύνθεση (με μουσική σημειογραφία) στον κόσμο, που έχει ανακαλυφθεί, μέχρι τώρα.

Πρόκειται για επιτάφια επιγραφή που ένας λυρικός ποιητής και μουσικός των ελληνιστικών χρόνων, ο Σείκιλος, αφιέρωσε στη γυναίκα του, Ευτέρπη, πάνω σε μια μικρή στρογγυλή μαρμάρινη στήλη, χρονολογούμενη από τον 2ο αι. π.Χ.Ανακαλύφθηκε από το W. Μ. Ramsay το 1883, κοντά στις αρχαίες Τράλλεις της Μ. Ασίας. Η στήλη χάθηκε κατά τη διάρκεια του ολοκαυτώματος της Μικράς Ασίας (1922), αλλά αργότερα βρέθηκε πάλι, σπασμένη στη βάση της.

Μια γυναίκα τη χρησιμοποιούσε ως ανθοστήλη στον κήπο της, και η βάση ήταν κομμένη οριζόντια. Σήμερα εκτίθεται στο εθνικό μουσείο της Δανίας.

Το ποιητικό κείμενο της επιγραφής αποτελείται από δύο μέρη: το πρώτο, χωρίς μελωδία, είναι η αφιέρωση.

«Εικών η λίθος ειμί, τίθησί με Σείκιλος ένθα μνήμης αθανάτου, σήμα πολυχρόνιον»

(Εικόνα είμαι, αυτή η πέτρα· ο Σείκιλος με αφιερώνει σε αθάνατη μνήμη, ένα μνημείο για πολλά χρόνια).

Το δεύτερο μέρος, το κυρίως επιτάφιο, με μουσική, είναι οι στίχοι, την μετάφραση των οποίων είδαμε στην αρχή.

Το επιτάφιο τελειώνει με τις λέξεις » Σείκιλος-Ευτέρ[πη] » (ο Σείκιλος στην Ευτέρπη).

Οι νότες της αρχαιοελληνικής σημειογραφίας δεν ήταν παρά γράμματα που γράφονταν πάνω από τις συλλαβές των στίχων, ενώ οι χρονικές αξίες συμβολίζονταν με κάποιες γραμμές που γράφονταν πάνω από τα γράμματα (π.χ. ένας χρόνος = καμία γραμμή πάνω από το γράμμα, δύο χρόνοι = μία παύλα πάνω από το γράμμα, τρεις χρόνοι = μια γωνία και ένας κύκλος κτλ.).

seikilos.gif

Στην παραπάνω εικόνα διακρίνονται καθαρά τα μουσικά σύμβολά πάνω από τις συλλαβές και στην κορυφή της σελίδας, η μελωδία «μεταφρασμένη» στη σημερινή δυτική σημειογραφία.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου , 2008 Posted by | Eλλάς, τέχνη, ιστορία, λογοτεχνία | , , , , , , , , , , | 3 Σχόλια

Ο τελευταίος Σαμουράι

1198767381.jpg
Τα τελευταία λόγια του Γιούκιο Μισίμα. 25 Νοεμβρίου 1970…..

«Βλέπουμε την Ιαπωνία να γλεντοκοπά βυθισμένη σε ευμάρεια και να κολυμπάει στο χρήμα και στην πνευματική της κενότητα. Είναι δυνατόν να δίνεις αξία στη ζωή , μέσα σε μια πλάση που το πνεύμα έχει πεθάνει; Ζήτω ο αυτοκράτορας ! Νομίζω ότι ούτε καν με προσέχουν…»

O Γιούκιο Μισίμα (1925-1970) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Ιάπωνες συγγραφείς, προταθείς για Νόμπελ.
Στις 25 Νοεμβρίου του 1970, σε ηλικία 45 ετών, έβγαλε τον τελευταίο του λόγο, μπροστά σ΄ένα πλήθος Γιαπωνέζων στρατιωτών που τον χλεύαζε.

Οταν τελείωσε, έκανε Σεπούκου, την τελετουργική αυτοκτονία των Σαμουράι.

***

Πηγή: Ελεύθερη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Γνώσις»

Μισίμα Γιούκιο, «Η ηθική των σαμουράϊ στην σύγχρονη Ιαπωνία», εκδόσεις «Ερατώ», Αθήνα, 2005

Φιλμ : «Mishima. A Life in Four Chapters» 1985, Πωλ Σράντερ, Φράνσις Κόπολα, Τζωρτζ Λούκας.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου , 2008 Posted by | βιογραφικά, ιστορικά, λογοτεχνία | , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Nίκος Καζαντζάκης

portreto.jpg

Η ΡΑΤΣΑ.

«Μην πεθάνεις, για να μην πεθάνουμε!» φωνάζουν μέσα σου
οι νεκροί…….Δεν προφτάσαμε να κάμουμε έργα τις ιδέες, κάμε τις έργα εσύ!
Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της
ελπίδας μας , στερέωσέ το εσύ!
Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας!…

«Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα,
είναι να νοιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους.
Το δεύτερο,να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις
το έργο τους.
Το τρίτο σου χρέος,να παραδώσεις στον γιο την μεγάλη
εντολή να σε ξεπεράσει.»

«Μην κρατάς τίποτα για υστερνή. Μου αρέσει ο κίντυνος.
Μπορεί να χαθούμε, μπορεί να σωθούμε. Μη ρωτάς!!
Απίθωνε κάθε στιγμή στα χέρια του κιντύνου τον κόσμο όλο!!
Εγω, ο σπόρος του αγέννητου, τρώγω τα σωθικά της ράτσας σου
και φωνάζω!!»

1. Aν και υπήρξε ισόβιος οπαδός του Nιτσεϊκού Yπερανθρώπου, ο Kαζαντζάκης δεν μπορούσε να σκοτώσει ούτε ένα ποντίκι. Όπως μας βεβαιώνει η σύζυγος του Σικελιανού, Άννα, στο εξοχικό του στην Aίγινα έβαζε φάκα για τους ποντικούς και μετά τους ελευθέρωνε, ανοίγοντάς τους την πόρτα!
2. O μέγας έρωτας της ζωής του ήταν μία Eβραιοπούλα, η Pαχήλ, την οποία συναντούσε στα κιμπούτς του Iσραήλ και στο Παρίσι, όντας παντρεμένος με την Eλένη Σαμίου.
3. Το 1907, σε ηλικία 24 ετών, ο Kαζαντζάκης γράφτηκε επισήμως στην Mασονική Στοά Aθηνών! Στους Bαλκανικούς Πολέμους του 1912-13 κατετάγη εθελοντής, και πού νομίζετε ότι πολέμησε ο κουραμπιές συγγραφέας των 29 ετών; Aποσπασμένος στο ιδιαίτερο γραφείο του πρωθυπουργού Bενιζέλου, με τον οποίο ο μπαμπάς του Mιχάλης Kαζαντζάκης ήσαν παλιοί φίλοι.
4. Ο Kαζαντζάκης θαύμαζε ιδιαιτέρως τον Eβραίο ιδρυτή του KKE Aβραάμ Mπεναρόγια. Η πιο ασυνήθιστη συνάντηση έγινε ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1945 στο σπίτι του τεχνοκριτικού Άγγελου Προκοπίου (μετέπειτα θαυμαστή και μέντορα του αρχηγού της 21ης Aπριλίου Γ. Παπαδόπουλου!) στο Mετς: O Mπεναρόγιας, ο N. Πουλιόπουλος και άλλοι επιφανείς κομμουνιστές συζητούσαν με τον 62χρονο Kαζαντζάκη πώς θα σωθεί το EAM από την οργανωμένη επίθεση της αστικής αντίδρασης!
5. O Στρατάρχης Aλέξανδρος Παπάγος αποκαλούσε τον Kαζαντζάκη «κόκκινο φίδι» και έγινε η αιτία να φύγει μεταπολεμικά από την Eλλάδα ο μεγάλος συγγραφέας.
6. Αυτός που έσωσε τον Kαζαντζάκη ως συγγραφέα, ήταν ο Πάπας: Έβαλε στον κατάλογο με τα απαγορευμένα βιβλία τον «Tελευταίο Πειρασμό» και το «Xριστός ξανασταυρώνεται» με αποτέλεσμα οι Έλληνες να αρχίσουν να ενδιαφέρονται για τον Kαζαντζάκη που μέχρι το 1950 ήταν στα αζήτητα.
7. Η εκκλησία επρόκειτο να αφορίσει τον Kαζαντζάκη, αλλά την τελευταία στιγμή επενέβη η βασίλισσα Φρειδερίκη. Κατόπιν προτροπής της Mαρίας Bοναπάρτη (συζύγου του πρώην Ύπατου Aρμοστή της Kρήτης πρίγκηπος Γεωργίου), η Φρειδερίκη συνάντησε στο Παρίσι τον συγγραφέα. Ο Kαζαντζάκης την γοήτευσε, στην Eλλάδα έφτασε η είδηση του πολύωρου τετ-α-τετ της βασίλισσας με τον «αντίχριστο» και τα υπόλοιπα είναι ιστορία: H εκκλησία δεν τόλμησε να τον αφορίσει και τα βιβλία του ελεύθερα άρχισαν να πουλάνε σαν ζεστά κουλούρια.

Η πρώτη ελληνική υποψηφιότητα για Νόμπελ Λογοτεχνίας, ήρθε πολύ πριν τον Σεφέρη και τον Ελύτη, και συγκεκριμένα το 1946, όταν η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και ο Σύνδεσμος Ελλήνων Λογοτεχνών πρότειναν στην Σουηδική Ακαδημία τους Νίκο Καζαντζάκη και Άγγελο Σικελιανό ως από κοινού υποψήφιους για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Όμως τέτοιες προτάσεις στη Σουηδική Ακαδημία μπορούσαν να κάνουν μόνο ακαδημίες, ακαδημαϊκοί, και γνωστοί άνθρωποι του πνεύματος. Ο Καζαντζάκης είχε ήδη από τον Μάρτιο του 1945 υποβάλει την αίτηση του στην Ακαδημία Αθηνών, καθώς και ένα κατάλογο με τα μέχρι τότε έργα του, αλλά η Ακαδημία δεν τον πρότεινε. Μόλις ένα χρόνο πριν, τον είχε θεωρήσει ακατάλληλο για μέλος της, καθώς ήταν κομμουνιστής, διέφθειρε τους νέους, και ήταν «τελείως ξένος προς την Ελλάδα».

Το θέμα της υποψηφιότητας Καζαντζάκη παίρνει διαστάσεις και προκαλεί συμπάθεια στο πρόσωπό του, την ίδια στιγμή που εκείνος κατακτά όλο και περισσότερο τη διεθνή αναγνώριση μέσω των έργων του και ανοίγει πλατιά τον δρόμο του προς το Βραβείο. Το 1952 η Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών τον προτείνει ως υποψήφιο και προσφέρεται να του δώσει Νορβηγική υπηκοότητα, αλλά αυτός αρνείται την πρόταση.

Η όλη ιστορία της διεκδίκησης, της θετικής απόφασης και τελικά της ματαίωσης της απονομής του Νόμπελ στον Καζαντζάκη έληξε το 1957, 11 χρόνια μετά την πρώτη αναφορά. Εκείνη τη χρονιά το Νομπέλ Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στον Αλμπέρ Καμύ, είδηση που βρήκε βαριά άρρωστο τον Καζαντζάκη στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ της Γερμανίας.

Την ώρα που όσοι αποτέλεσαν εμπόδιο στην απονομή του βραβείου στον Καζαντζάκη έτριβαν τα χέρια τους από χαρά, ο Νομπελίστας πλέον Καμύ, έγραφε στην Ελένη Καζαντζάκη: «Τη μέρα που λυπόμουν να δεχθώ μια διάκριση που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο, πήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο από όλα τηλεγράφημα. Λίγο αργότερα κατάλαβα με τρόμο πως το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο λίγες μέρες πριν πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. Είμαι από εκείνους που αισθάνονται και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται το μεγάλο κενό που άφησε».

Πηγες :
http://phorum.gr
http://www.cosmo.gr

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου , 2008 Posted by | τέχνη, βιογραφικά, λογοτεχνία | , , , , , , , | 2 Σχόλια

Ύμνος εις την Ελευθερίαν

img1821a.jpg

Painting of a Greek Warrior Defending Hellas – Benaki Museum Museum – Athens*******************************************************************

Ο «Ύμνος εις την Ελευθερία» γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό, τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Νικόλαο Μάτζαρο και το 1864 καθιερώθηκε ως Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας.

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι» να σου πει.

Άργειε να ‘λθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά ‘σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά.

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ’ ερμιές;».
Και απεκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότ’ εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάϊματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότ’ έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή.
δεν είν’ εύκολες αι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ’ ανάσαση καμιά.
Άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φριχτά.

Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε να βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», ελέγαν οί σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
κι ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σου ενθυμεί.

Ταπεινότατή σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του ή ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός, που για τσ’ εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

Εγαλήνευσε και εχύθη
καταχθόνια μία βοή,
και του Ρήγα σου απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή

Όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
οσα ησθάνετο ή καρδιά.

Εφωνάξαν ως τ’ αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.

Μ’ όλον που ‘ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθη
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθη
που την έδεναν κι αυτή.

Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χαίτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ’ άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ’ οργής.

Εις το κίνημά του δείχνει
πως τα μέλη είν’ δυνατά.
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού.

Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς.
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισίες οπού αγρικάς,

Σαν το βράχον οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό.

Οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ’ εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π’ ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά.

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά.

Ερμιά, θάνατος και φρίκη,
όπου επέρασες κι εσύ.
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς,
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πεθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
κι ας είν άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως είν’ πολλά.
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά ‘βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή.
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον οχτρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν’ ανεβεί.

Μέτρα! Είν’ άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν,
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά.
να, σας φθάνει. αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
Άλλος ύπνος δεν εγίνη,
πάρεξ θάνατος πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί.

Και οι βροντές, και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράστεναν τον Άδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνοντ’ ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο απο τη γη,
όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι,
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα
αστάχια εις τους αγρούς.
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό.

Εάν οι άνεμοι μές στ’ άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν’ αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά.

Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Έλληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθιά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
κι άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικα,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει,
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια οπού χουμάνε
περισσότερο είν’ γοργά.

Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.
γι’ αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ’ άλλη
δέν μείνει ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

Και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή.
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει. έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί.
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.
Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι.
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι.
δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.

Είς τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τά βελάσματα το άρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας.
τα παιδιά σας θέλ’ ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο.

Και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ό,τι θέλεις ημπορείς,
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκιά χεροπιασμένες,
στη σκιά βλέπω κι εγώ
κρινοδάκτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυχοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ.
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού αινεί τον ουρανό,

«σ’ αυτό», εφώναξε, «τo χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή.
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοί είν’ αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ’, άρματα ταράζουν;
Επετάχτηχες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρόθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,
ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
«Εγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ.
πέστε, πού θ’ αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ’ αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή»».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του είσαι αδελφή;
Ποίος είν’ άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ’ αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σάν νά ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και ‘πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό.
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί.
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο οπού να νεκρωθεί.

Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ’ άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.

Σβιέται – αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή –
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Έτσι ν’ άκουα να βουΐξει
το βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί πού ‘ναι η Αγία Σοφία,
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ’ άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά.

Σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ’ εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ’ αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.

Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο.

Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός.
πάντα, πάντα περισσεύει.
πολύ φλοίσβισμα και αφρός

Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί.

Το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ’ ένα τύμπανο τερπνόν.

Και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ’ αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ’ άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή.
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.

Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο γιά σέ.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν’ πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καίς.

Μ’ επιθύμια να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι
Και δεν μνέσκει ένα κορμί.
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ’ εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

Όλοι κλάψτε, αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς.
κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος
ωσάν νά ‘τανε φονιάς!

Έχει ολάνοικτο το στόμα
π’ ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα.
λες πως θε να ξαναβγεί.

Η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάχτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ’ ανησυχιά.
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

Απ’ εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μιά μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σας τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
«πάρ’ το», λέγοντας, «και συ».

Κειό το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά.
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εις σέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην ‘πωθεί,
πως το χέρι σας χτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
«Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά».

Τέτοια αφήστενε φροντίδα,
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί.
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
«Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ!

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι’ αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Αβέλ καταβοά.
δεν είν’ φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ’ αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο αν ίσως μελετάτε,
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!

…………………………………..

………………………………….

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου , 2008 Posted by | Eλλάς, λογοτεχνία | , , , , , , , | Σχολιάστε